
Μια νυφούλα που δεν περνάει απαρατήρητη… Τυχερός ή άτυχος ο γαμπρός; Φωτο
Σύνοψη της υπόθεσης:
Ο Αντώνης Κοκοβίκος, διευθυντικό στέλεχος κάποιου υπουργείου, ζούσε επί δέκα και πλέον χρόνια
με μια φτωχή και αγράμματη γυναίκα, την Ελένη. Αυταρχικός και σατράπης καθώς ήταν, της συμπεριφερόταν σαν να είναι σκλάβα, αποφεύγοντας να τη γνωρίσει ακόμα και στους φίλους του. Εκείνη υπέμενε αγόγγυστα τα πάνδεινα, φροντίζοντας, αγαπώντας και υπακούοντας τον Αντωνάκη της. Στην κηδεία κάποιου φίλου του, ο Αντώνης υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων να συστήσει την Ελένη στους φίλους του. Οι σύζυγοι των τελευταίων εκτιμούν αμέσως τα προσόντα της Ελένης. Όλοι τώρα πιέζουν τον Αντώνη να παντρευτεί το χρυσό κορίτσι, πράγμα που γίνεται. Αμέσως μετά το γάμο, ο Αντώνης διαπιστώνει ότι τώρα η Ελένη έχει απαιτήσεις. Δεν είναι πια αυτή που ήταν, πράγμα που τον εξοργίζει πολύ και τον κάνει να επιθυμεί τη διάλυση του γάμου. Η Ελένη ζητάει μεν διαζύγιο αλλά αρνείται να δεχτεί την πλουσιοπάροχη διατροφή που της επιδικάζουν τα δικαστήρια. Μετά από αρκετά χρόνια, οι δύο πρώην σύζυγοι ξανασυναντιούνται στο παλιό τους σπίτι, το οποίο τώρα κατεδαφίζεται προκειμένου να δοθεί αντιπαροχή για ανέγερση πολυκατοικίας. Οι αναμνήσεις τούς κατακλύζουν αναπάντεχα κι αποφασίζουν να δώσουν στη σχέση τους μια δεύτερη ευκαιρία.
Περί του τις η αληθής ερμηνεία
Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ' ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν
εαυτού σάρκα, συνιστά καθ' ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν .
Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε . Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης · «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα».
Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον ) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν . Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.a